Σάββατο 19 Σεπτεμβρίου 2015

ἐπιούσιος

ἐπιούσιος, ον (ΕΠΙΘΕΤΟ) : 1. ἐπαρκὴς διὰ τὴν (ΕΠΟΜΕΝΗΝ) ἡμέραν,­  2. ἄρτος
επιούσιος : μόνο στην έκφραση ο ~ (άρτος), το καθημερινό ψωμί και με επέκταση τα απολύτως αναγκαία για τη διαβίωση του ανθρώπου: Δουλεύει / αγωνίζεται για τον επιούσιο. Kερδίζει τον επιούσιο.

Επίθετα λέγονται αἱ λέξεις, αἱ ὁποῖαι σημαίνουν ποιότητα ἢ ἰδιότητα οὐσιαστικοῦ τινος: (ἄρτος) λευκός, (οἰκία) ὑψηλή, (ὅπλον) βαρύ .
Στην Ελληνική υπάρχουν πολλά επίθετα που χρησιμοποιούνται ως ουσιαστικά. Αυτά τα επίθετα ονομάζονται ουσιαστικοποιημένα επίθετα. Το ουσιαστικό που προσδιορίζεται από ένα επίθετο παραλείπεται όταν εννοείται εύκολα, και έτσι το σύναρθρο επίθετο λειτουργεί ως κεφαλή της ονοματικής φράσης. Υπάρχει συμφωνία ως προς το γένος και τον αριθμό ανάμεσα στο επίθετο και το ουσιαστικό που έχει παραλειφθεί. Μερικά από τα πιο συχνόχρηστα ουσιαστικοποιημένα επίθετα της Ελληνικής είναι: Ο ΕΠΙΟΥΣΙΟΣ (ΑΡΤΟΣ), η αγγλική (γλώσσα), η αναρρωτική (άδεια), ο άρρωστος (άνθρωπος), οι βουλευτικές (εκλογές), τα γεμιστά (λαχανικά) ...
ἔπειμι < ἐπί + εἶμι (ΠΗΓΑΙΝΩ ἢ ΕΡΧΟΜΑΙ - ΕΞΑΡΤΑΤΑΙ ΑΠΟ ΤΑ ΣΥΜΦΡΑΖΟΜΕΝΑ) 
ἔπειμι: έρχομαι, ακολουθώ, διαδέχομαι

Ῥήματα λέγονται οἱ κλιτὲς λέξεις ποὺ φανερώνουν ὅτι τὸ ὑποκείμενο ἐνεργεῖ ἤ δέχεται μιὰ ἐνέργεια, δηλ. παθαίνει κάτι, ἤ βρίσκεται σὲ μιὰ ὁρισμένη κατάσταση.

Ενεργητικός Ενεστώτας

Οριστική




ἐγώ
εἶμι




σύ
εἶ




οὖτος
εἶσι(ν)




ἡμεῖς
μεν




ὑμεῖς
τε




οὗτοι
ασι(ν)






μετοχή


ών
οῦσα
όν

Ενεργητικός Ενεστώτας
προσωπικές
εγκλίσεις
οριστική



ἐγώ
ἔπειμι



σύ
ἔπει



οὖτος
ἔπεισι(ν)



ἡμεῖς
ἔπιμεν



ὑμεῖς
ἔπιτε



οὗτοι
ἐπίασι(ν)





μετοχή

ἐπιών
ἐπιοῦσα
ἐπιόν

Προθέσεις λέγονται οι άκλιτες λέξεις που μπαίνουν μπροστά από  άλλες (απ' όπου και προθέσεις = προ + θέτω ).
Οι προθέσεις ως α' συνθετικό έχουν τις εξής περίπου έννοιες:...
επί   = επάνω, ακολουθία - πολλαπλασιαστική έννοια:  επ-άγομαι, επίπεδο, επίλυση, επιτάχυνση, επιτηρώ,...

ἄρτος < ἀραρίσκω (συγκεντρώνω) ή ἀρτύω (αρτύω:τακτοποιώ, ευτρεπίζω, παρασκευάζω. Μεταγενέστερη ερμηνεία: καρυκεύω φαγητό) Ή ΑΓΝΩΣΤΟΥ ΕΤΥΜΟΥ.

Ουσιαστικό: κλιτή λέξη που φανερώνει πρόσωπο, ζώο, πράγμα, αφηρημένη έννοια, ενέργεια, κατάσταση ή ιδιότητα.



Πτώσεις
§ 40. Ἀπὸ τὰ κλιτὰ μέρη τοῦ λόγου τὰ πέντε, ἤτοι τὸ ἄρθρον, τὸ οὐσιαστικόν, τὸ ἐπίθετον, ἡ ἀντωνυμία καὶ ἡ μετοχή, λέγονται πτωτικά , διότι ἔχουν πτώσεις .
Πτώσεις λέγονται οἱ τύποι, ὑπὸ τοὺς ὁποίους παρουσιάζεται πᾶν πτωτικόν.
Αἱ πτώσεις εἰς τὴν ἀρχαίαν γλῶσσαν εἶναι πέντε : ἠ ὁνομαστική , ἡ γενική , ἡ δοτική , ἡ αἰτιατικὴ καὶ ἡ κλητική .
3. Γένος, ἀριθμὸς, κλίσις
§ 41. Τὰ πτωτικά, ἐκτὸς τῶν πτώσεων, ἔχουν προσέτι γένος , ἀριθμὸν καὶ κλίσιν .
1) Τὰ γένη τῶν πτωτικῶν εἶναι τρία, ἀρσενικόν , θηλυκὸν καὶ οὑδέτερον : ὁ μαθητής, ἡ μαθήτρια, τὸ δένδρον.
Σημείωσις... ἀρσενικὰ μὲν εἶναι τὰ πτωτικά, τῶν ὁποίων δύναται νὰ προτάσσεται τὸ ἄρθρον , θηλυκὰ ἐκεῖνα,τῶν ὁποίων δύναται νὰ προτάσσεται τὸ ἄρθρον , καὶ οὐδέτερα ἐκεῖνα, τῶν ὁποίων δύναται νὰ προτάσσεται τὸ ἄρθρον τό: λίθος, ῥάβδος, τὸ κοράσιον.
2) Οἱ ἀριθμοὶ εἰς τὴν ἀρχαίαν γλῶσσαν εἶναι τρεῖς, ὁ ἐνικὸς , ὅστις δηλοῖ ἕν ὄν, ὁ πληθυντικός , ὅστις δηλοῖ πολλὰ ὅντα, καὶ ὁ δυϊκός , ὅστις δηλοῖ δύο ὄντα: τὼ ὀφθαλμὼ (= οἱ δύο ὀφθαλμοί).
3) Αἱ κλίσεις εἶναι τρεῖς, ἡ πρώτη , ἡ δευτέρα καὶ ἡ τρίτη .
Σημείωσις . ῾Η πτῶσις, τὸ γένος, ὁ ἀριθμὸς καὶ ἡ κλίσις λέγονται παρεπόμενα (ἤτοι παρακολουθήματα) τῶν πτωτικῶν.
4. Τὸ ἄρθρον
§ 42. ῾Η ἀρχαία γλῶσσα ἔχει μόνον τὸ ὁριστικὸν ἄρθρον ὁ, ἡ, τὸ .






λημμα
μέρος
γένος
αριθμός
πτώση
ἄρτος
ουσιαστικό
αρσενικό
ενικός
ονομαστική
2. Ουσιαστικά της β΄ κλίσης (αρσενικά, θηλυκά, ουδέτερα) :
2.1. Δευτερόκλιτα ασυναίρετα ουσιαστικά
Αρσενικό και θηλυκό
Ουδέτερο
Ενικός
Πληθ.

Ενικός
Πληθ.

ον.
-ος
-οι

-ον
-ᾰ

γεν.
-ου
-ων

-ου
-ων

δοτ.
-ῳ
-οις

-ῳ
-οις

αιτ.
-ον
-ους

-ον
-ᾰ

κλητ.
-ε (-ος)
-οι

-ον
-ᾰ

ενικός
ονομαστική
ἄρτος
γενική
ἄρτου
δοτική
ἄρτῳ
αιτιατική
ἄρτον
κλητική
ἄρτε
πληθυντικός
ονομαστική
ἄρτοι
γενική
ἄρτων
δοτική
ἄρτοις
αιτιατική
ἄρτους
κλητική
ἄρτοι






                  





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ευπρεπως...